Δημοσιεύσεις

Παρουσίαση της Ημερίδας του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.
ΚΕΕΠ- Κέντρο Αποστόλου Παύλου
Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛOY
 
Ολοκληρώθηκε με επιτυχία η επιστημονική ημερίδα του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ. με θέμα «Η οικουμενικότητα του αποστόλου Παύλου», την Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013 στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου. Η ημερίδα ήταν η εναρκτήρια εκδήλωση του «Κέντρου Αποστόλου Παύλου», το οποίο αποτελεί ερευνητική δράση του Θεματικού Δικτύου του Τμήματος για την Κειμενική και Ερμηνευτική Εκκλησιαστική Παράδοση (Κ.Ε.Ε.Π.), που έχει επιστημονική υπεύθυνη την Αναπληρώτρια Πρύτανη και καθηγήτρια του Τμήματος κ. Δέσπω Λιάλιου. Σκοπός της ημερίδας ήταν να εγκαινιάσει μία ουσιαστική συνάντηση εργασίας ερευνητών στις παύλειες σπουδές, που θα καλλιεργεί την επιστημονική συζήτηση και θα εκπαιδεύει τους μεταπτυχιακούς σπουδαστές στη διαθεματική έρευνα.
Μετά τους χαιρετισμούς ανακοινώθηκε από τον Πρόεδρο του Τμήματος, καθηγητή Αθανάσιο Καραθανάση, η έγκριση της ίδρυσης του Κέντρου Αποστόλου Παύλου από την Σύγκλητο του Α.Π.Θ., και από την διευθύντρια του Κέντρου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κυριακούλα Παπαδημητρίου, ο σκοπός του, ο οποίος σύμφωνα με το Καταστατικό του είναι «η διεπιστημονικού χαρακτήρα μελέτη και έρευνα σε διεθνή κλίμακα του έργου και της θεολογίας του αποστόλου Παύλου, της καταλυτικής συμβολής του στον ελληνικό και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, και της θεμελιακής συνεισφοράς του στην οικουμενικότητα του Χριστιανισμού».
Η  εισαγωγική εισήγηση της ημερίδας έγινε από τον καθηγητή της Καινής Διαθήκης Χρήστο Οικονόμου με θέμα «Η οικουμενική αποστολή του Αποστόλου Παύλου».  Ο καθηγητής επικέντρωσε την ομιλία του στα παρακάτω σημεία: 1. Το κλασικό δίλημμα του Σαύλου «Νόμος ή Χριστός» στην πρώτη φάση της ζωής του έκλινε την πλάστιγγα προς τον Νόμο. Μέσα από τα ιστορικά δεδομένα και τις θεολογικές προϋποθέσεις δεν είναι δυνατό να διανοηθεί κανείς την έννοια του όρου οικουμενικότητα της αποστολής του Παύλου κατά τα έτη της αγνοίας του (Πράξ. 17. 30).
2. Ο απόστολος Παύλος στην αυθεντικότερη επιστολή του, την προς Γαλάτας, αντιλαμβάνεται την κλήση του ως κάτι το αιφνίδιο, αντίστοιχο με την κλήση των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, και αυτή είναι «ἵνα εὐαγγελίζωμαι ... ἐν τοῖς ἔθνεσιν» (Γαλ. 1. 15-16).
3. Τα λόγια του Ιησού προς τον Ανανία για τον Παύλο μετά τη μεταστροφή του υποδηλώνουν μια τριπλή αποστολή του Παύλου με σαφείς οικουμενικές διαστάσεις: να κηρύξει το ευαγγέλιο στους εθνικούς, στους βασιλείς και στον λαό του Ισραήλ (Πράξ. 9.15). Οι τρεις παράλληλες διηγήσεις των Πράξεων για την κλήση του Παύλου (Πράξ. 9.22 και 26), αντιστοιχούν η καθεμιά προς την τριπλή αυτή αποστολή του Σαύλου.
4. Η οικουμενικότητα της αποστολής του αποστόλου Παύλου επισημαίνεται και στην δεύτερη διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων (22. 1-21) για την κλήση και τη μεταστροφή του. Το κεντρικό σημείο της διηγήσεως βρίσκεται στην αναφορά του Ανανία προς τον Παύλο ότι ο Θεός των πατέρων τους τον διάλεξε, για να γίνει «μάρτυς αὐτῷ πρὸς πάντας ἀνθρώπους» (Πράξ. 22. 15).
5. Η τρίτη διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων για την κλήση του Παύλου (Πράξ. 26, 12-23) έχει και αυτή ως κεντρικό σημείο την οικουμενικότητα της αποστολής του Παύλου. Μετά την αποκάλυψη του Ιησού στον Σαούλ κατά την πορεία του προς τη Δαμασκό, η εντολή του Κυρίου ήταν να υπηρετήσει ο Παύλος τον Χριστό ως μάρτυρας: «ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ τῶν ἐθνῶν εἰς οὕς ἐγὼ ἀποστέλλω σε» (Πράξ. 26. 17).
«Ο Απόστολος Παύλος και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός» ήταν το θέμα που ανέπτυξε στη συνέχεια ο κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής και καθηγητής της Ιστορίας των Σλαβικών Εκκλησιών Μιχαήλ Τρίτος. Ο εισηγητής μίλησε για τις αξίες του πολιτισμού και πώς η παύλεια διδαχή οδηγεί στην ανακαίνιση της πολιτισμικής ζωής, αφού εμψυχώνει και διαπλάσσει όλες τις πτυχές και εκφάνσεις της πολιτισμικής ζωής των ατόμων και των κοινωνιών. Τόνισε ότι η παύλεια διδασκαλία αποτελεί τη βάση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και αναφέρθηκε κριτικά στους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που αρνήθηκαν να κάνουν σαφή αναφορά στις χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης.
Τα «Δίκτυα επικοινωνιών και αστικού χώρου στις παύλειες οικουμενικές περιηγήσεις» παρουσίασε κατόπιν ο λέκτορας του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Α.Π.Θ. Δημήτριος Δρακούλης, Δρ Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος, Σκοπός της παρουσίασης ήταν η διερεύνηση του ιστορικο-γεωγραφικού πλαισίου των παύλειων αποστολικών περιηγήσεων, όπως αυτό διαφαίνεται μέσα από τις Πράξεις των Αποστόλων. Ως ερευνητικό αντικείμενο ορίστηκαν τα δίκτυα επικοινωνιών και οι αστικοί τόποι που αναφέρονται στο κείμενο. Κατά την εισήγηση παρουσιάστηκε μια σειρά πλαισίων, μέσα στα οποία διαδραματίζονται οι παύλειες περιηγήσεις και η περιγραφή, κατηγοριοποίηση, ανάλυση και ερμηνεία των χαρακτηριστικών των αστικών χώρων, που αποτελούν τη σκηνογραφική επένδυση του αποστολικού κηρύγματος.
            Η πρώτη συνεδρία της ημερίδας έκλεισε με συζήτηση σχετικά με τον ορισμό και την έννοια της οικουμένης κατά τη ρωμαϊκή εποχή και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αξιοποίησε την πολιτισμική αυτή παράμετρο ο απόστολος Παύλος. Συζητήθηκε, επίσης, η χριστιανική καταγωγή του ευρωπαϊκού πολιτισμού ως ιστορικό γεγονός, που αξιώνει τη μνεία και την καταγραφή του στην ιστορία της Ευρώπης.
Κατά τη δεύτερη συνεδρία της ημερίδας ο πρόεδρος του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας και καθηγητής της Ιστορίας του Ελληνισμού Αθανάσιος Καραθανάσης παρουσίασε το θέμα «Χρήσεις παύλειων κειμένων στη γραμματεία της Τουρκοκρατίας». Ο καθηγητής επεσήμανε ότι λόγιοι και λαϊκοί διδάχοι κατά την Τουρκοκρατία συχνά αξιοποιούσαν τον παύλειο λόγο στις επιστολές τους, στα κηρύγματά τους, στον διδακτικό ή παρηγορητικό  λόγο. Εύρισκαν στον παύλειο λόγο, ανάλογα με τις περιστάσεις την αρμόδια ευκαιρία προκειμένου να εκθέσουν ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων που απασχολούσαν τους αποδέκτες, είτε ήταν προσωπικά είτε κοινωνικά, είτε αυτά ήταν ομαδικά. Η εισήγηση παρουσίασε πολλούς λόγιους χρήστες του αποστόλου Παύλου από τον πρώτο καιρό ήδη της Τουρκοκρατίας, όπου σε κείμενά τους θίγουν τα δεινά της υποταγής, τους κινδύνους από το Ισλάμ, την καρτερία, την αλληλεγγύη, τη φιλανθρωπία, την εμμονή στην πίστη, αλλά και πλήθος άλλων αιτίων, όπου οι χρήστες της παύλειας διδασκαλίας εύρισκαν την ευκαιρία να την υπενθυμίσουν. Αναφέρθηκαν λόγιοι από τον 15ο αιώνα ως τα χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως, οπωσδήποτε επιλεκτικά λόγω του μεγάλου αριθμού τους, αλλά και της πληθύος της χρήσεως του παύλειου λόγου.
Το θέμα «Απόστολος Παύλος: από τα βαπτιστήρια σύμβολα πίστεως στους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων» ανέπτυξε η εισήγηση της Αναπληρώτριας Πρύτανη και Αντιπρυτάνεως Ακαδημαϊκών Υποθέσεων, καθηγήτριας Δέσπως Λιάλιου, η οποία συνοψίζεται στα εξής. Τα βαπτιστήρια σύμβολα, ως λειτουργικοί τύποι της κοινής ομολογίας πίστης προς τον αναστάντα Κύριο ή υπομνήματα για την προετοιμασία των κατηχουμένων, αποτελούν αποστολική παράδοση, που κληροδοτείται ως σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση των συνοδικών Συμβόλων ή Όρων (βλ. Εβρ. 6.2, Εβρ. 3.1, 4.14, 10.23, B΄ Tιμ. 1.13, 4.3, A΄ Tιμ. 6. 20, B΄ Tιμ. 1.14). Η αρχή τους δύναται μεν να αναχθεί στο Mατθ. 28.19-20, αλλά με τη μορφή είτε των μονομερών χριστολογικών φράσεων-συμβόλων είτε των διμερών ομολογιών-συμβόλων, που αναφέρονται στον Πατέρα και τον Υιὸ είτε και των τριμερών ή τριαδικών συμβολικών τύπων, με αναφορά δηλ. και στο Άγιο Πνεύμα, απαντούν εξίσου στο κήρυγμα του αποστόλου Παύλου εν μέσω των Εθνών (βλ. Φιλιπ. 2.5-11, A΄ Tιμ. 3.16, B΄ Kορ. 13.13, A΄ Kορ. 12.4-6, B΄ Kορ. 1.21-22, Γαλ. 3.11-14). Από τη μορφή των βαπτιστηρίων συμβόλων, τα οποία αποτελούν συνοπτική καταγραφή και ερμηνεία γεγονότων και προσώπων, δηλ. της πείρας του Θεού από τους αγίους, και υπό την πρόκληση των αιρέσεων, η Εκκλησία θα μεταβεί στα εκτενέστερα συνοδικά Σύμβολα, με επίκεντρο το Σύμβολο ΝικαίαςΚΠόλεως, όπως επίσης στους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων. Είναι η κοινή πίστη των προφητών, των αποστόλων και των πατέρων, που επαναδιατυπώνεται ανάλογα με το γλωσσικό ιδίωμα κάθε εποχής, προκειμένου να διακρίνει το σώμα της Εκκλησίας από τον Ιουδαϊσμό, τα Έθνη και τις κάθε είδους αιρέσεις.
Ακολούθησε η εισήγηση του Δρ Κωνσταντίνου Γεωργιάδη, Δρ Θεολογίας και νομικού, με θέμα «Χριστολογικές διατυπώσεις του αποστόλου Παύλου στον περί ιερών εικόνων διάλογο της Εκκλησίας με τους εικονομάχους», η οποία διαρθρώθηκε ως εξής. Οι εικονομάχοι, εμφανιζόμενοι στην Ιέρεια (754) ως θεματοφύλακες της εκκλησιαστικής παραδόσεως, αξιοποιούν ένα πλούσιο ανθολόγιο βιβλικών, πατερικών και συνοδικών χρήσεων. Κατά το αιτιολογικό μέρος του συνοδικού τους Όρου, άξονάς τους είναι τα χωρία  Β´ Κορ. 5. 16 και Φιλ. 3. 21 του απ. Παύλου, που παρερμηνεύονται όμως με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξωθούν στην εικονομαχία. Μείζονα αξία έχει το ακριβές νοηματικό περιεχόμενο του όρου σαρξ στην ίδια συνάφεια, καθώς οι εικονομάχοι προβάλλοντας τη μανιχαϊστική τους δυαρχία, κληροδότημα μεταξύ άλλων του Ευσεβίου Καισαρείας, φτάνουν να εκλάβουν ως αποστολική διδασκαλία ότι ο ένσαρκος Θεός Λόγος απεκδύεται την ανθρώπινη φύση ή μορφή του μετά την Ανάσταση, οπότε και παύει να είναι περιγραπτέος ακόμη και σαρκί. Η ίδια εσχατολογική προοπτική αποδίδεται και στους συμμόρφους της σαρκός του Θεού Λόγου αγίους. Ωστόσο, οι πατέρες της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου (τεκμηριώνοντας κυρίως στις μεταδιαλλακτικές επιστολές του αγίου Κυρίλλου) θα ερμηνεύσουν τον όρο σαρξ στο Β´ Κορ. 5. 16 αποκλειστικά ως το παθητόν της ανθρωπίνης φύσεως, το οποίο προσλαμβάνει δι᾽ ημάς ο Θεός Λόγος κατά την Ενσάρκωση και απεκδύεται κατά την Ανάσταση, παρέχοντας στην Εκκλησία τη δωρεά του ενδύματος της αφθαρσίας.
 «Η θύραθεν παιδεία στα παύλεια κείμενα» παρουσιάστηκε από την αναπληρώτρια καθηγήτρια της Καινής Διαθήκης και διευθύντρια του Κέντρου Αποστόλου Παύλου Κυριακούλα Παπαδημητρίου. Στην ανάλυση που έγινε αναφέρθηκαν μαρτυρίες από τα παύλεια κείμενα, που δείχνουν τη γνώση και την οικείωση του αποστόλου με τη θύραθεν παιδεία, όπως ο ρητορικός τρόπος που χειρίζεται τον λόγο και η επιχειρηματολογική δομή που ακολουθεί. Σχήματα λόγου, επιχειρήματα πειθούς, συναισθήματα και παραδείγματα διατρέχουν τις σελίδες των επιστολών του αφήνοντας την αναμφισβήτητη εντύπωση ότι είχε διδαχθεί και ασκηθεί στα ρητορικά γυμνάσματα των Σχολών της εποχής του. Λέξεις και χρήσεις λέξεων, όπως αυτάρκεια, συνείδησις, ηδονή, έννοιες και εννοιολογικό σκεπτικό όπως η σκοπιμότητα των πραγμάτων (Κορ. 6. 12· 10. 23), η φύση της κενοδοξίας (Γαλ. 5. 26), η αντίθεση σάρκας και πνεύματος (Ρωμ. 7. 13-25· Γαλ. 5. 17), τις οποίες επεξεργάζεται μέσα στο δικό του θεολογικό πλαίσιο, προδίδουν ότι οι φιλοσοφικές ιδέες της Στοάς και του Επικούρου δεν του ήταν άγνωστες.
Παρουσιάστηκαν ως δείγματα ορισμένες ελεύθερες αναφορές του αποστόλου σε κείμενα της κλασικής γραμματείας, αλλά και ορισμένες αυτολεξεί παραθέσεις από αναγνωρισμένα θύραθεν έργα, όπως το Α΄ Κορ. 15. 33: «φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί». Κύριος στόχος ήταν όχι τόσο να αποδειχθεί η παιδεία του αποστόλου Παύλου όσο να αναδειχθεί το ανοιχτό πνεύμα του αποστόλου, που αγκάλιασε τα έθνη και τα οδήγησε στην εν Χριστώ οικουμενικότητα. Με τον λόγο του και τη δράση του επέτυχε τη συνάντηση και τη συνδιάλεξη των πολιτισμών της εποχής του, του ελληνορωμαϊκού και του ιουδαϊκού κόσμου, και την ανάδειξη ενός καινούργιου, οικουμενικού πολιτισμού, του χριστιανικού.
            Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε υπογραμμίσθηκε η δημιουργική υιοθέτηση της κλασικής παιδείας και γενικότερα της αρχαίας ελληνικής σοφίας από τον απόστολο για την εξυπηρέτηση των ιεραποστολικών του στόχων και για την οικουμενική διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος.
            Ανακεφαλαιώνοντας ο πρόεδρος της δεύτερης συνεδρίας καθηγητής Χρήστος Οικονόμου επεσήμανε τη διεπιστημονική προσέγγιση του γενικού θέματος της Ημερίδας για την οικουμενικότητα του αποστόλου Παύλου και την πολλαπλή ωφέλεια και το ενδιαφέρον, που η προσέγγιση αυτού του είδους προσφέρει στους μελετητές και στους ακροατές. Πρόκειται για μία πολύ καλή πρωτοβουλία, είπε για το «Κέντρο Αποστόλου Παύλου», που ευχόμαστε να πλουτίσει την έρευνα και να καλλιεργήσει τις διεπιστημονικές σπουδές τιμώντας συγχρόνως το πρόσωπο και το έργο του αποστόλου των εθνών.
Η Επιστημονική υπεύθυνη της Ημερίδας
Κυριακούλα Παπαδημητρίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια
Διευθύντρια του Κέντρου Αποστόλου Παύλου
 
♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦
 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΕΝΤΡΟ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
«ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ:
ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ»
 
Το Διεθνές επιστημονικό συνέδριο του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ., «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ», το οποίο διοργάνωσαν τα δύο ερευνητικά Κέντρα του Τμήματος, το Κέντρο Αγίου Δημητρίου και Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και το Κέντρο Αποστόλου Παύλου, σε συνεργασία με το Δίκτυο Κειμενικής και Ερμηνευτικής Εκκλησιαστικής Παράδοσης του Τμήματος, ολοκλήρωσε με επιτυχία τις εργασίες του την Πέμπτη 27 και Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014, στο Δ΄ αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Υπήρξε, κατά κοινή ομολογία όλων, μία πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα συμβολή στην έρευνα και μελέτη της ερμηνευτικής πρόσληψης του κειμένου και της θεολογίας του αποστόλου Παύλου από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και, ευρύτερα, από την ησυχαστική θεολογία που εκπροσωπεί. Συγκεκριμένα, οι εργασίες δεν περιορίσθηκαν στο πρόσωπο ή στο έργο μεμονωμένα του ενός ή του άλλου αγίου, αλλά εστίασαν στη συνάντηση της θεολογικής τους σκέψης και στον διάλογο που προέκυψε από τη συνάντηση αυτή μέσα στον ενιαίο χώρο της εκκλησιαστικής παράδοσης.
Κατά τις δύο ημέρες του Συνεδρίου αναπτύχθηκαν 6 πυκνές συνεδρίες, στις οποίες μίλησαν 21 ομιλητές, 16 καθηγητές και λέκτορες του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας και 5 καθηγητές άλλων Τμημάτων της ημεδαπής και της αλλοδαπής. Το Συνέδριο παρακολούθησαν καθηγητές των δύο Τμημάτων της Θεολογικής Σχολής  του Α.Π.Θ.,  θεολόγοι καθηγητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και σχολικοί σύμβουλοι, μεταπτυχιακοί και προπτυχιακοί φοιτητές της Θεολογικής Σχολής, αλλά και αρκετοί ενδιαφερόμενοι από άλλους χώρους. Η συμμετοχή του κοινού και ο διάλογος που ακολουθούσε τις διαλέξεις των εισηγητών επιβεβαίωσε το ενδιαφέρον του θέματος και των θέσεων που διατυπώθηκαν κατά τις συνεδρίες.
Την έναρξη του Συνεδρίου χαιρέτησε ο εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης π. Δαμασκηνός, η Αναπληρώτρια Πρύτανη του Α.Π.Θ. κ. Δέσπω Λιάλιου, ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής κ. Μιχαήλ Τρίτος και ο Πρόεδρος του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας κ. Θεόδωρος Γιάγκου. Ακολούθησαν βυζαντινοί ύμνοι από τη χορωδία του Τμήματος «Οι Τρεις Ιεράρχες» υπό τη διεύθυνση του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος πρωτοπρεσβύτερου Σπυρίδωνα Αντωνίου. Οι ύμνοι περιελάμβαναν περικοπές από τις Επιστολές του αποστόλου Παύλου μελοποιημένες από τον αείμνηστο επίσκοπο Κοζάνης Διονύσιο Ψαρριανό, καθώς και τροπάρια αφιερωμένα στους δύο αγίους της Εκκλησίας.
Στη συνέχεια εκτυλίχθηκαν οι συνεδρίες, που ανέπτυξαν ειδικές πτυχές του γενικού θέματος του Συνεδρίου κατά έξι θεματικές ενότητες, ως εξής:
Η πρώτη συνεδρία είχε το εισαγωγικό θέμα «Ο λόγος του αποστόλου Παύλου στη θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά» και οι ομιλητές, με την προεδρία του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., καθηγητή των Σλαβικών και λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών κ. Μιχαήλ Τρίτου, αναφέρθηκαν στις βασικές ερμηνευτικές αρχές του Παλαμά και παρουσίασαν αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις χρήσης και ερμηνείας βιβλικών λόγων στα κείμενά του.
Η καθηγήτρια της Ερμηνείας των δογματικών και συμβολικών κειμένων και Αναπληρώτρια Πρύτανη του Α.Π.Θ. κ. Δέσπω Λιάλιου εισηγήθηκε το θέμα «Η πρόσληψη του αποστόλου Παύλου από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά», κατά το οποίο παρουσίασε τον θεολογικό σχολιασμό του αγίου Γρηγορίου Παλαμά σε χωρία της προς Εβραίους Επιστολής.
Ο καθηγητής της Καινής Διαθήκης κ. Χρήστος Οικονόμου εισηγήθηκε το θέμα «Η βιωματική και χαρισματική εμπειρία ως κύριες θεολογικές προϋποθέσεις για την ερμηνεία της Αγίας Γραφής κατά τον Γρηγόριο Παλαμά», με το οποίο ανέδειξε τη διπλή θεολογική μέθοδο του Παλαμά για την απόκτηση της θείας γνώσης, δηλαδή τη θεολογία και τη θεοπτία, ως τον καταλληλότερο τρόπο ερμηνείας του βιβλικού κειμένου. Η διαλεκτική μέθοδος, που υποστηρίχθηκε από τον Βαρλαάμ και τους άλλους δυτικούς κυρίως ερμηνευτές θεολόγους, στηρίζεται στις κοινές έννοιες και τους συλλογισμούς, ενώ η αποδεικτική, όπως ονομάζεται, μέθοδος της θεοπτίας, που υποστηρίχθηκε από τον Παλαμά και τους άλλους πατέρες της Ανατολής, στηρίζεται στα «έργα» και στον «βίον», δηλαδή στην εμπειρία της ζωής, της ιστορίας και της παραδόσεως της Εκκλησίας, που είναι στοιχεία αληθινά και ασφαλή.
Ο αναπληρωτής καθηγητής της  Δογματικής κ. Βασίλειος Τσίγκος στην εισήγησή του με θέμα «Η περιχώρηση στην Τριαδολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά» ανέλυσε τη θεολογική έννοια της περιχώρησης των αγιοτριαδικών υποστάσεων, η οποία προκύπτει από την αυτοαποκάλυψη του Θεού στη ζώσα εκκλησιαστική κοινότητα μέσω των έργων της φανέρωσής του στο σχέδιο της θείας οικονομίας. Στην τριαδολογία η περιχώρηση απορρέει από τον άρρητο τρόπο υπάρξεως των τριών ομοουσίων και δι­­α­κεκρι­μέ­νων υπο­­στά­σεων και συνάμα τον υποδηλώνει. Η ενότητα της θείας φύσεως, ή, άλλως, η ταυτότητα της μιας ουσία αποτελεί το στερεό θεμέλιο της περιχώρησης των υποστάσεων στην ενδοτριαδική τους ζωή. Η περιχώρηση των υποστάσεων προβάλλει και διασώζει τόσο τη μοναδικότητα και ενότητα του Θεού όσο και την ετερότητα των υποστάσεων, οι οποίες αϊδίως αλληλοενυπάρχουν, χωρίς να διαιρούνται ούτε να ταυτίζονται.
Η δεύτερη συνεδρία είχε θέμα «Η οικουμενική διάσταση της θεολογίας του αποστόλου Παύλου» και οι ομιλητές, με την προεδρία του καθηγητή της Καινής Διαθήκης κ. Χρήστου Οικονόμου, παρουσίασαν σχέσεις του αποστόλου των εθνών με την ελληνιστική οικουμένη της εποχής του, την ειδωλολατρική και την ιουδαϊκή, αλλά και επιδράσεις της διδασκαλίας του στην οικουμένη της χριστιανικής Ανατολής και Δύσης των μέσων βυζαντινών χρόνων.
Τη σχέση του αποστόλου των εθνών με την ελληνική φιλοσοφία πραγματεύτηκε ο επίκουρος καθηγητής της Ιστορίας της αρχαίας και βυζαντινής Φιλοσοφίας κ. Κωνσταντίνος Μποζίνης με την εισήγησή του, «Παύλος και Στοά». Σημειώθηκε, κατ’ αρχήν, ότι οι καταβολές της σκέψης του αποστόλου θα πρέπει να αναζητηθούν στο φιλελεύθερο πνευματικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού της Διασποράς, ο οποίος είχε δεχθεί την επίδραση της Αρχαίας Ελλάδας. Αφού αναφέρθηκαν τα παραθέματα της κλασικής γραμματείας που συνυφαίνονται με το κήρυγμα του Παύλου στην επιστολογραφία της Καινής Διαθήκης, στη συνέχεια αναλύθηκαν οι κοινοί τόποι της στωικής διδασκαλίας που απαντούν στην ομιλία του Παύλου στον Άρειο Πάγο των Αθηνών και φανερώνουν το φιλοσοφικό υπόβαθρο της σκέψης του αποστόλου. Τέλος, παρουσιάσθηκαν εν συντομία χωρία  των παύλειων επιστολών, στα οποία αναγνωρίζονται στερεότυπες ιδέες των στωικών, όπως ο κοσμοπολιτισμός  ή ο κοινὸς νόμος, που ζυμώνονται με τις επαγγελίες της χριστιανικής πίστης.
Τη σχέση με την ιουδαϊκή παιδεία έδειξε ο καθηγητής της Παλαιάς Διαθήκης στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου Dr Pierre Keith με την εισήγησή του «Ecritures et exégèse : deux exemples d'intertextualité partagée dans l'épitre aux Romains (Rm 1, 1-7 et Rm 13, 8-10), με την οποία παρουσίασε μία μορφή διακειμενικότητας σε δύο περικοπές από την προς Ρωμαίους Επιστολή, όπου ο απόστολος ανατρέχει κάθε φορά σε δύο διαφορετικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία συσχετίζει και ερμηνεύει χρησιμοποιώντας αναγνωρισμένους ιουδαϊκούς κανόνες ερμηνείας της Βίβλου, για να προτείνει με βάση αυτά τη δική του ερμηνεία. Με τον τρόπο αυτό δημιουργεί μία γέφυρα εμπιστοσύνης με τους παραλήπτες του, οι οποίοι ήταν οικείοι με τις ιουδαϊκές παραδόσεις, και τους δίνει τη δυνατότητα να οικειοποιηθούν τα λόγια του μέσα στο κλίμα του αμοιβαίου σεβασμού.
Η επίδραση του Παύλου στη χριστιανική οικουμένη των υστεροβυζαντινών χρόνων παρουσιάστηκε με τις δύο επόμενες εισηγήσεις.
Η εισήγηση της αναπληρώτριας καθηγήτριας των Αρχαιοελληνικών της Ιουδαϊκής και Χριστιανικής γραμματείας κ. Άννας Κόλτσιου-Νικήτα, «Από την οικουμενική θεολογία στη φιλενωτική διαλεκτική», έδειξε πώς ο βυζαντινός λόγιος Δημήτριος Κυδώνης προσέλαβε κείμενα του αποστόλου Παύλου,  και τα ενέταξε στη φιλενωτική συλλογιστική του, ώστε να υπηρετήσουν την πολιτική της ένωσης που εκπροσωπούσε. Ως παράδειγμα ανέφερε τον σχολιασμό του Κυδώνη για δύο Παύλειες εικόνες, που ανακαλούν στον αναγνώστη τα θεολογικά ζητήματα της εποχής και προκαλούν την ανταπόκρισή του: την εικόνα του σώματος, που στηρίζεται στην ενότητα όλων των μελών και την εικόνα του εσόπτρου, που υποβάλλει το θέμα της θεοπτίας.
Η εισήγηση του επίκουρου καθηγητή της Ιστορίας Δογμάτων πρωτοπρεσβύτερου Χρήστου Βλαχάβα-Φιλιώτη, «Η ερμηνεία του χριστολογικού ύμνου της προς Φιλιππησίους Επιστολής του αποστόλου Παύλου από τον άγιο Ιλάριο Πικταβίου», παρουσίασε την ερμηνεία του χωρίου Φιλ. 2, 6-11, γνωστού ως χριστολογικού ύμνου, από έναν άγιο της Δύσης, τον άγιο Ιλάριo. Βασική ερμηνευτική αρχή του Ιλαρίου είναι η σχέση μεταξύ Ευαγγελίων και διδασκαλίας του Παύλου, την οποία ο Ιλάριος θεωρεί θεμελιώδη για την ερμηνεία της πίστης. Ο χριστολογικός ύμνος ερμηνεύεται κυρίως στο όγδοο βιβλίο του έργου του αγίου De Trinitate, το οποίο γράφτηκε με σκοπό την αντιμετώπιση της αρειανικής αίρεσης, και ως εκ τούτου ο ύμνος ερμηνεύεται με μία καθαρά αντιαιρετική προοπτική.
            Το θέμα της τρίτης, απογευματινής, συνεδρίας ήταν «Η κοινωνική διάσταση της Παύλειας και της ησυχαστικής θεολογίας» και οι ομιλητές, με πρόεδρο τον αναπληρωτή Πρόεδρο του Τμήματος, καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας κ. Κωνσταντίνο Χρήστου, αναφέρθηκαν στην επίδραση Παλαμικών και Παύλειων θεολογικών θέσεων σε πρόσωπα και πράγματα του πολιτικο-κοινωνικού βίου.
Στην αρχή  ο λόγος δόθηκε στον καθηγητή της Ιστορίας της Εκκλησίας του Ινστιτούτου Ορθόδοξης Θεολογίας “Saint Serge” στο Παρίσι, M. Joost van Rossum, μαθητή του Meyendorff και διακεκριμένο παλαμιστή, η εισήγηση του οποίου είχε προγραμματισθεί για την εισαγωγική, εναρκτήρια συνεδρία, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε τότε λόγω καθυστέρησης της πτήσης του στη Θεσσαλονίκη. Το θέμα του, «La théologie de Saint Grégoire Palamas (comment comprendre la distinction entre "essence" et "énergies" divines)», αφορούσε στην ουσία της θεολογίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, την οποία εξέθεσε με θαυμαστή γνώση, εμβάθυνση και συνοχή, σε πλοκή με τη βιογραφία του αγίου και τη βιβλιογραφία για τον άγιο. Η θεολογία του Παλαμά δεν ήταν μία νέα διδασκαλία αλλά ήταν μία σύνθεση της θεολογίας των πατέρων της Εκκλησίας, ούτε ήταν ένα ιδιαίτερο θεολογικό σύστημα, αλλά ήταν απόρροια του Ησυχασμού, που υπερασπιζόταν τη διδασκαλία των πατέρων περί θεώσεως ως σκοπού της πνευματικής ζωής. Η θεολογία του Παλαμά δεν είναι τίποτε άλλο από την υπόσχεση που δίνεται στο Ευαγγέλιο για την έλευση της βασιλείας του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού, η οποία φανερώνεται στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και στην πνευματική ζωή όλων των πιστών, οι οποίοι με τη συμμετοχή στα μυστήρια μπορούν, κατά τις δυνατότητές τους ο καθένας, να γίνονται μέτοχοι της θείας χάριτος.
Στη συνέχεια, οι εισηγητές παρουσίασαν  όψεις κοινωνικής αναφοράς της θεολογίας του Παύλου και του Παλαμά.
Η λέκτορας της Εκκλησιαστικής Γραμματείας της υστεροβυζαντινής περιόδου κ. Σουλτάνα Λάμπρου με την εισήγησή της, «Η παρουσία του αποστόλου Παύλου και του αγίου Γρηγορίου Παλαμά στη θεολογική σκέψη του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου», έδειξε ότι ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος είχε δεχθεί έντονη επίδραση της διδασκαλίας του Παλαμά, όπως φαίνεται σε αναφορές του σε θέματα διάκρισης ουσίας και ενεργειών, τάξης στην Αγία Τριάδα, θείας και ανθρώπινης σοφίας. Σε σχέση με αυτή την εξάρτηση μπορεί να κατανοηθεί και η πληθωρική παρουσία και ο συνεχής υπομνηματισμός του μυστικοτέρου των αποστόλων Παύλου στο έργο του Μανουήλ, ώστε Παλαμάς και Μανουήλ να ανάγονται στον Παύλο.
Ο επίκουρος καθηγητής της Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού κ. Κωνσταντίνος Κωτσιόπουλος στην εισήγησή σου «Εκκλησία και κοινωνία κατά τον απόστολο Παύλο και τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά», ανέλυσε τη σχέση μεταξύ Εκκλησίας και κοινωνίας, σύμφωνα με τις θέσεις των δύο αγίων, και διέκρινε τις διαφορές και τα όρια τους. Με βάση αυτά τεκμηρίωσε τις πνευματικές επιρροές τού εκκλησιαστικού γεγονότος στην αντιμετώπιση των θεσμικών κρίσεων.
Το ειδικό και πάντοτε ενδιαφέρον ζήτημα του μισθού των κληρικών έθεσε ο λέκτορας του Κανονικού Δικαίου κ. Δημήτριος Νικολακάκης με την εισήγησή του, «Η διδασκαλία του αποστόλου Παύλου για τον βιοπορισμό του κλήρου», κατά την οποία εξέτασε τις θέσεις του αποστόλου στο ζήτημα της συντήρησής του από τις εκκλησιαστικές κοινότητες που ίδρυε. Ο απόστολος, ο οποίος ασκούσε, παράλληλα με το ιεραποστολικό του έργο το επάγγελμα του σκηνοποιού, στο πλαίσιο της επιτυχούς έκβασης της αποστολής του στα έθνη υιοθέτησε τη δυνατότητα που του παρείχε η διδασκαλία του Χριστού να λειτουργεί ελεύθερα, και άλλοτε να δέχεται την οικονομική ενίσχυση των πιστών, άλλοτε να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες με την προσωπική του εργασία. Σύμφωνα μ’ αυτά, η μέριμνα για τον βιοπορισμό των κληρικών είναι χρέος των πιστών, αλλά οι κληρικοί έχουν την ελευθερία να παραιτηθούν από αυτό το δικαίωμα και να ασκήσουν ένα προσήκον επάγγελμα.
            Κατά την τέταρτη, απογευματινή, συνεδρία με θέμα «Η μαρτυρία των εικαστικών και αρχαιολογικών μνημείων» και πρόεδρο τη Διευθύντρια του Κέντρου Αποστόλου Παύλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια κ. Κυριακούλα Παπαδημητρίου παρουσιάσθηκαν πληροφορίες αισθητικές και πολεοδομικές σχετικές με τα πρόσωπα και τη δράση των δύο αγίων που απασχολούν το Συνέδριο. Ο λέκτορας της Αισθητικής της θείας λατρείας κ. Τρύφωνας Τσομπάνης εισηγήθηκε το θέμα «Τελείωση και θέωση: εικαστική και αισθητική προσέγγιση», κατά το οποίο ανέπτυξε πώς η θεολογία του φωτός επηρεάζει όχι μόνο τη ζωή των αγίων αλλά και τα έργα τους και, στη συνέχεια,την αποτύπωση των έργων τους μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Ξεκινώντας από την αρχιτεκτονική και τη ναοδομία και φτάνοντας ως την εικόνα το φως παίζει έναν κυρίαρχο ρόλο, όχι μόνο ως μέσο αγωγής και συνέργειας στη σωτηρία, αλλά και ως δύναμη μεταμορφωτική, ώστε η τέχνη να γίνεται πλέον σημείο του Παραδείσου.Με την παρουσίαση εικόνων καταδείχθηκε πώς οι αγιογράφοι απέδωσαν και αποτύπωσαν τη θέωση των αγίων και τη μετοχή τους στο άκτιστο θείο φως μέσω της μελετημένςη σύνθεσης των χρωμάτων και της κατάλληλης θέσης τους στην αγιογράφηση, ώστε να αναδεικνύονται από τον φυσικό φωτισμό του χώρου.
Η Δρ Αρχαιολογίας, διδάσκουσα στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδας και προϊσταμένη του Γραφείου Επιστημονικής Έρευνας στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μελετών, κ. Φλώρα Καραγιάννη στην εισήγησή της «Από τη Θεσσαλονίκη του Παύλου στη Θεσσαλονίκη του Γρηγορίου Παλαμά. Τοπογραφικές παρατηρήσεις», έδειξε τη ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη των πρώτων μ.Χ. αιώνων μέσα από ανασκαφικά ευρήματα που μαρτυρούν για την ακμάζουσα λατρεία ελληνικών και αιγυπτιακών θεοτήτων,  την πολύ ενδιαφέρουσα λατρεία του Θεού Υψίστου, αλλά και την πολύ σημαντική και διαδεδομένη λατρεία της Ρώμης και του αυτοκράτορα. Μέχρι σήμερα σώζονται κατάλοιπα από τα ισχυρά τείχη, από το πραιτώριο, τις θέρμες, από ιδιωτικές οικίες· ωστόσο, η θέση της συναγωγής δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί. Παρουσιάστηκε, επίσης, η Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα, κατά τον οποίο στην πόλη οικοδομήθηκαν λαμπροί ναοί - καθολικά μοναστηριών, λειτούργησαν σημαντικά ζωγραφικά εργαστήρια με εκπροσώπους της Μακεδονικής Σχολής και εργάσθηκαν ψηφοθέτες που διακόσμησαν με περίφημα ψηφιδωτά τους ναούς.
Το θέμα της πέμπτης, πρωινής, συνεδρίας ήταν «Από τη θεωρία των αγίων στην πράξη της εκκλησιαστικής ζωής» και οι ομιλητές, με την προεδρία του Προέδρου του Τμήματος καθηγητή κ. Θεοδώρου Γιάγκου, αναφέρθηκαν σε επιπτώσεις της θεολογίας του αποστόλου Παύλου και του αγίου Γρηγορίου Παλαμά στη λειτουργική και μοναστική, ομιλητική και κηρυκτική, διδακτική και συγγραφική, και ακόμη στην εκδοτική δραστηριότητα μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο.
Η εισήγηση του επίκουρου καθηγητή της Λειτουργικής αρχιμανδρίτη Νικόδημου Σκρέττα-Πλεξίδα, «Η νοερά αδιάλειπτος προσευχή. Από τον απόστολο Παύλο στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά», έδειξε ότι βάση της νοεράς αδιάλειπτης προσευχής αποτέλεσαν ο λόγος του αποστόλου Παύλου ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε παράλληλα με την ευχαριστιακή σύναξη και την ευχαριστιακή μετοχή. Θεία ευχαριστία και αδιάλειπτη προσευχή υπήρξαν οι καταλύτες της λογικής λατρείας από την αποστολική εποχή μέχρι την ησυχαστική κίνηση και εξασφαλίζουν την απλανή θεολογία των μοναχών και των εν τω κόσμω πιστών μέσα στην ορθόδοξη παράδοση.
Η εισήγηση του επίκουρου καθηγητή της Λειτουργικής πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη, «Αναφορές σε χωρία του αποστόλου Παύλου στο Κυριακοδρόμιο του αγίου Γρηγορίου Παλαμά», αναζήτησε αν και κατά πόσο ο άγιος Γρηγόριος ερμηνεύοντας τις ευαγγελικές περικοπές του ενιαυτού, με εξαίρεση των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών, αναφέρεται στη βασική του διδασκαλία για την πνευματική ζωή, που ορίζεται με το σχήμα: κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Η έρευνά του κατέδειξε ότι ο άγιος αναφέρεται πολύ συχνά σ’ αυτήν τη διδασκαλία και μάλιστα παραπέμπει, για συγκεκριμένους λόγους κάθε φορά, σε 140 περίπου χωρία των Επιστολών του αποστόλου Παύλου, με ιδιαίτερη προτίμηση στις Επιστολές προς Ρωμαίους, Α΄ προς Κορινθίους και προς Εβραίους.
Η επίκουρη καθηγήτρια της Εκκλησιαστικής Γραμματείας των μετά την Άλωση χρόνων κ. Άννα Καραμανίδου στην εισήγησή της, «Η επίδραση της θεολογίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά στην ερμηνεία των Παύλειων Επιστολών από τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη» επεσήμανε ότι ο άγιος Νικόδημος ως φορέας της μακραίωνης και συνεχούς αγιορείτικης παραδόσεως δείχνει μία προτίμηση στους ησυχαστές, νηπτικούς και φιλοκαλικούς πατέρες, και ιδιαίτερα στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τα έργα του οποίου, μάλιστα, είχε φροντίσει να συλλέξει, να υπομνηματίσει και να προωθήσει προς έκδοση στη Βιέννη, με άγνωστο, δυστυχώς, αποτέλεσμα. Η μελέτη τους υπήρξε για τον Νικόδημο ένας ασφαλής ερμηνευτικός δρόμος, για να προσεγγίσει, και υπό το πρίσμα της ησυχαστικής θεολογίας, συγκεκριμένα χωρία των Επιστολών του Παύλου. Εξετάζοντας ως παράδειγμα θέματα δογματικής και ηθικής διδασκαλίας εντοπίσθηκαν και σχολιάσθηκαν σημεία, στα οποία συναντώνται οι τρείς κορυφαίοι θεολόγοι της ορθόδοξης Εκκλησίας, Παύλος–Παλαμάς–Νικόδημος, που συνδέουν την αποστολική με τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση.
Ο υποψήφιος Δρ Θεολογίας κ. Δημοσθένης Κακλαμάνoς, «Γρηγόριος μοναχός: ένας ησυχαστής συντάκτης μιας αγιορείτικης συλλογής», σχολίασε εκδοτικά την επτάτομη συλλογή αποκαλούμενη Πανηγυρικό του μοναχού Γρηγορίου, ενός γραφέα, η βιβλιογραφική δραστηριότητα του οποίου είναι γνωστή από χειρόγραφα της Βιβλιοθήκης της Ι.Μ. Βατοπεδίου. Παρουσιάστηκαν τα κωδικολογικά στοιχεία των επτά χειρογράφων, τα περιστατικά συγκρότησης της συλλογής, τα κριτήρια των συμπεριληφθέντων κειμένων, τα πρότυπα και οι πηγές που ο μοναχός Γρηγόριος έλαβε υπόψη του για τη σύνθεσή της, αλλά και η θέση που αυτή κατέχει στην ιστορία των χειρογράφων των Αθωνικών αγιολογικών και ομιλητικών συλλογών.
            Η έκτη, καταληκτήρια συνεδρία έφερε το θέμα «Σύγκλιση ερμηνευτικών οριζόντων στην ορθόδοξη παράδοση» και με πρόεδρο την αναπληρώτρια καθηγήτρια κ. Άννα Κόλτσιου-Νικήτα μελέτησε χαρακτηριστικά παραδείγματα που φανερώνουν τη δημιουργική συνάντηση ερμηνευτικών προσλήψεων των πρώτων ερμηνευτών με την ερμηνευτική πρόσληψη των μεταγενεστέρων και τη γόνιμη ανανέωση της κατανόησης των Γραφών στον εκάστοτε ιστορικό χρόνο μέσα στην ορθόδοξη παράδοση.
Με την εισήγηση του καθηγητή του Κανονικού Δικαίου και Προέδρου του Τμήματος κ. Θεοδώρου Γιάγκου, «Ο βιβλικός ησυχασμός μέσα από τη λειτουργικο-κανονική πράξη», παρουσιάστηκε η σημαντική θέση που είχε η μελέτη της Γραφής στην άσκηση των μοναχών, καθώς μαρτυρείται ότι η ανάγνωση του βιβλικού κειμένου εναλλάσσονταν με την προσευχή κατά τακτά διαστήματα, με τρόπο που αφενός να αναγινώσκεται όλο το βιβλικό κείμενο σε θέση και στη θέση της προσευχής, αφετέρου να τροφοδοτείται και να καθοδηγείται η προσευχή από τη θεολογία του βιβλικού κειμένου. Η μαρτυρία που αναλύθηκε προέρχεται από το Λειμωνάριον του Μόσχου, όπως αυτή διασώθηκε στις Ερμηνείες των Εντολών του Κυρίου του Νϊκωνα Μαυρορείτη (Λόγος 29).
Ο αναπληρωτής καθηγητής της Αγιολογίας και Διευθυντής του Κέντρου Αγίου Δημητρίου και Αγίου Γρηγορίου Παλαμά κ. Συμεών Πασχαλίδης στην εισήγησή του, «Ο εσχατογενής απόστολος. Η εικόνα του αποστόλου Παύλου σε έργα της Παλαιολόγειας περιόδου», ανέλυσε και σχολίασε τον τρόπο με τον οποίο κείμενα της εποχής του Παλαμά αναφέρονταν και ιχνογραφούσαν το πρόσωπο του αποστόλου, επανερμηνεύοντάς τον μέσα στο δικό τους θεολογικό πλαίσιο. Επισήμανε την ισχνή εγκωμιαστική γραμματεία της παλαιολόγειας περιόδου για το πρόσωπο του Αποστόλου των εθνών και επικεντρώθηκε στην παρουσίαση των δύο σημαντικότερων κειμένων, του Λόγου του Παλαμά που εντάχθηκε στο Ομιλιάριό του και μιας μικρής αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσας πραγματείας του πατριάρχη Γενναδίου Σχολαρίου, όπου αναπτύσσεται με διαλεκτικό τρόπο η μείζων παρουσία του Παύλου μεταξύ των αποστόλων και των αγίων, ακολουθώντας τυπολογικά το πρότυπο του εσχατογενούς Βενιαμίν.
Η αναπληρώτρια καθηγήτρια της Καινής Διαθήκης και Διευθύντρια του Κέντρου Αποστόλου Παύλου κ. Κυριακούλα Παπαδημητρίου με την εισήγησή της, «Η ατέλεστη τελειότητα του χριστιανού: μία διακειμενική διαδρομή της Παύλειας έννοιας», παρουσίασε τη σημασία της λέξης τέλειος διαχρονικά από την αρχαία ελληνική περίοδο έως την ελληνιστική και ρωμαϊκή, εξέτασε συγχρονικά με τα κείμενα της εποχής τη σημασία της μέσα στο Παύλειο  corpus και στην προς Εβραίους Επιστολή, επισημαίνοντας τη διακειμενική σχέση της με την παλαιοδιαθηκική έννοια, και ανέλυσε τον ορισμό της ατέλεστης σε αυτόν τον κόσμο τελειότητας, την οποία ο απόστολος ταυτίζει με την ένωση με τον Χριστό εν μυστηρίω και επ’ εσχάτοις. Συνεχίζοντας τη διακειμενική διαδρομή της αυτή η κατά Παύλο τελειότητα συναντάται αργότερα στα κείμενα των ησυχαστών, όπως του Συμεών του Νέου Θεολόγου, ως ολοκληρωτική, οιονεί ερωτική ένωση του χριστιανού με τον Κύριό του στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Η εισήγηση του Dr Alexis Torrance, επίκουρου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Notre Dame της Αμερικής, «Ποῦ σοφός; Interpreting Paul on wisdom in Gregory Palamas and Nicholas Cabasilas», μελέτησε τις ερμηνείες του Παλαμά και του Καβάσιλα στα Παύλεια χωρία για την σοφία. Ο εισηγητής επισήμανε ότι η κοσμική σοφία δεν θεωρούνταν απόβλητη από τους Ησυχαστές, αλλά χρήσιμη εφόσον λειτουργούσε στο πλαίσιο της εν Χριστώ αγωγής των πιστών. Επιπλέον, ανέλυσε τα στοιχεία εκείνα που δείχνουν μια συμπόρευση των θέσεων του Παλαμά και του Καβάσιλα στο εν λόγω ζήτημα, γεγονός που επιμαρτυρεί τη θεολογική τους σχέση, σε αντίθεση προς όσους έχουν υποστηρίξει κατά το παρελθόν την αντιπαλαμική θεολογική στάση του Καβάσιλα.
            Το Συνέδριο έκλεισε ο καθηγητής της Καινής Διαθήκης κ. Χρήστος Οικονόμου, ο οποίος επισήμανε το πρωτότυπο και ενδιαφέρον για την ακαδημαϊκή κοινότητα περιεχόμενό του και την αξιόλογη συνεισφορά του στην έρευνα για την ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση.
            Το Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας για τον απόστολο Παύλο και τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά με την πληθωρική συμμετοχή των ειδικών επιστημόνων και με την πρωτοτυπία των εξειδικευμένων εισηγήσεων εργάσθηκε  κατά δύναμη για την καλλιέργεια μιας ερμηνευτικής προσέγγισης, που συνδυάζει τη βιβλική με την πατερική θεολογία, διατηρώντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του καθενός κλάδου αλλά και αξιοποιώντας την ενιαία ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση. Και με τις εργασίες του ανέδειξε την αδιάπτωτη συνέχεια και τον σύμφωνο διάλογο της θεολογικής ερμηνείας των Γραφών από την αποστολική έως την ησυχαστική εποχή και μέχρι σήμερα μέσα στον χώρο της Εκκλησίας.
Η Επιστημονική υπεύθυνη του Διεθνούς Συνεδρίου,
Κυριακούλα Παπαδημητρίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια
Διευθύντρια του Κέντρου Αποστόλου Παύλου